Εισαγγελική έρευνα έχει ξεκινήσει για τον θάνατο της καθηγήτριας Αγγλικών Σοφία Χρηστίδου. Υπενθυμίζουμε ότι η 57χρονη εκπαιδευτικός κατέληξε ύστερα από αιμορραγικό εγκεφαλικό επεισόδιο, ενώ λίγο πριν από τον θάνατό της είχε καταγγείλει περιστατικά εκφοβισμού από μαθητές στο σχολείο όπου υπηρετούσε.
Για την υπόθεση έχει ήδη διαταχθεί προκαταρκτική έρευνα προκειμένου να διερευνηθούν σε βάθος οι συνθήκες που προηγήθηκαν του θανάτου της, αλλά και να διαπιστωθεί εάν προκύπτουν ευθύνες από συγκεκριμένες συμπεριφορές ή παραλείψεις. Παράλληλα, το υπουργείο Παιδείας ανακοίνωσε τη διενέργεια Ένορκης Διοικητικής Εξέτασης, τονίζοντας ότι θα εξεταστεί κάθε πτυχή της υπόθεσης και ζητώντας να αποφεύγονται βεβιασμένα συμπεράσματα μέχρι να ολοκληρωθεί η διαδικασία.
Σύμφωνα με όσα έχουν γίνει γνωστά, η εκπαιδευτικός είχε αποστείλει αναφορές στις αρμόδιες αρχές περιγράφοντας επαναλαμβανόμενα περιστατικά έντονης επιθετικότητας από ομάδα μαθητών. Μεταξύ άλλων, είχε καταγγείλει ότι δεχόταν ύβρεις, απειλές και ρίψεις αντικειμένων μέσα στην τάξη, γεγονότα που – όπως υποστήριζε – δημιουργούσαν συνθήκες φόβου και ανασφάλειας για την ίδια. Οι καταγγελίες αυτές αποτελούν βασικό αντικείμενο της έρευνας που βρίσκεται σε εξέλιξη.
Την ίδια ώρα, συγγενείς και συνάδελφοι κάνουν λόγο για έντονη ψυχολογική πίεση που δεχόταν το τελευταίο διάστημα, ενώ δηλώνουν αποφασισμένοι να κινηθούν νομικά για την αναζήτηση ευθυνών. Στον αντίποδα, διαφορετικές εκδοχές για τα όσα συνέβαιναν στο σχολικό περιβάλλον καταθέτουν γονείς και άλλοι εμπλεκόμενοι, γεγονός που εντείνει την ανάγκη πλήρους διερεύνησης.
Παράλληλα, πληροφορίες αναφέρουν ότι η καθηγήτρια είχε υποβάλει κατ’ επανάληψη αιτήσεις τα τελευταία χρόνια προκειμένου να απομακρυνθεί από το συγκεκριμένο σχολείο, στοιχείο που επίσης εξετάζεται στο πλαίσιο της έρευνας.
Η υπόθεση έχει ανοίξει ευρύτερη συζήτηση για τα φαινόμενα βίας και εκφοβισμού στα σχολεία, καθώς και για το κατά πόσο οι θεσμοί ανταποκρίνονται έγκαιρα και αποτελεσματικά σε σχετικές καταγγελίες εκπαιδευτικών.
Ανακοίνωση εξέδωσε το υπουργείο Παιδείας. Μεταξύ άλλων, στην ανακοίνωση το υπουργείο επισημαίνει ότι «απαιτείται ιδιαίτερη προσοχή ώστε να μην προκύπτουν βεβιασμένα συμπεράσματα ή δημόσιες κρίσεις που δεν στηρίζονται στην ολοκληρωμένη εξέταση των πραγματικών δεδομένων» και υπογραμμίζει ότι «η διαχείριση μιας τόσο οδυνηρής υπόθεσης απαιτεί από όλους σοβαρότητα, μέτρο και σεβασμό. Ιδίως όταν στη δημόσια συζήτηση περιλαμβάνονται αναφορές που αγγίζουν ευαίσθητα προσωπικά δεδομένα και στοιχεία που συνδέονται με την υγεία ενός ανθρώπου που δεν βρίσκεται πια στη ζωή».
Από την πλευρά του ο Σύλλογος Γονέων και Κηδεμόνων του 3ου ΓΕΛ Θεσσαλονίκης σε ανακοίνωσή του εκφράζει τα συλλυπητήριά του για τον θάνατο της εκπαιδευτικού, κάνοντας στη συνέχεια λόγο για «δημόσια διακίνηση ισχυρισμών και σχολίων που επιχειρούν να αποδώσουν ευθύνες για το τραγικό αυτό γεγονός σε μαθητές, γονείς και μέλη της κοινότητας, χωρίς καμία απολύτως τεκμηρίωση, οδηγώντας σε αδικαιολόγητη δημόσια στοχοποίηση ανήλικων μαθητών, των οικογενειών στους και των εκπαιδευτικών».
Σύμφωνα με τον Σύλλογο Γονέων, «η αποκατάσταση της αλήθειας και η απόδοση ευθυνών μπορεί να γίνει μόνο μέσω των αρμόδιων θεσμικών διαδικασιών και όχι μέσω δημόσιων και ψευδών κατηγοριών». Μάλιστα, προειδοποιούν πως «σε περίπτωση που συνεχιστεί η διασπορά ψευδών, ατεκμηρίωτων και συκοφαντικών ισχυρισμών που πλήττουν την προσωπικότητα και την αξιοπρέπεια των μαθητών και των οικογενειών τους, επιφυλάσσονται για την άσκηση κάθε νόμιμου δικαιώματος τους ενώπιον των αρμόδιων αρχών».


